μανάρι


μανάρι
[маннари] ουσ. о. животное, откормленное на убой

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μανάρι" в других словарях:

  • μανάρι — το 1. σιτευτό αρνί που τρέφεται στο σπίτι και προορίζεται για σφαγή, θρεφτάρι 2. θωπευτική προσφώνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ἀμνάριον με επίδραση τού μάννα] …   Dictionary of Greek

  • μανάρι — το οικόσιτο αρνί, το θρεφτάρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μανάρα — η 1. θηλυκό μανάρι 2. θωπευτική προσφώνηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθ. τού μανάρι] …   Dictionary of Greek

  • θρεφτάρι — το 1. ζώο σιτευτό, δηλ. που τρέφεται καλά και προορίζεται για σφαγή, θρεφτό, μανάρι 2. (για ανθρώπους) μοσχαναθρεμμένος, θρέμμα, ανάθρεμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θρεπτάριον (< θεπτός)] …   Dictionary of Greek

  • ναννάριον — ναννάριον, τὸ (Α) 1. (κατά τον Ησύχ.) «εἶδος τι ἀσώτων» 2. ως κύριο όν. Ναννάριον όνομα εταίρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται ίσως για υποκοριστικό τ. τού νάννας, παράλλ. τ. τών νέννος, νόννος, που δήλωναν τον θείο ή, στον αντίστοιχο θηλ. τ., τη θεία ή τη… …   Dictionary of Greek

  • σηκίτης — και δωρ. τ. σακίτας, ὁ, Α (ποιητ. τ.) 1. (για αρνί ή κατσίκι) αυτός που φυλάσσεται στον στάβλο, αυτός που θηλάζει ακόμη 2. φρ. «ἀμνὸς σακίτας» μανάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σηκός «μάντρα» + επίθημα ίτης (πρβλ. στυλ ίτης)] …   Dictionary of Greek